αίσιος

[эсиос] εκ. благоприятный, благополучный, счастливый,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αίσιος" в других словарях:

  • αἴσιος — auspicious masc nom sg αἴσιος auspicious masc/fem nom sg αἶσις fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίσιος — ια, ιο (Α αἴσιος, ία, ιον) αυτός που προμηνύει κάτι καλό, ευνοϊκός, ευοίωνος (κυρίως για οιωνούς) νεοελλ. (για καταστάσεις) ευτυχής, χαρούμενος αρχ. κατάλληλος, ταιριαστός, δίκαιος, σωστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἶσα βλ. λ.. ΠΑΡ. αρχ. αἰσιοῦμαι. ΣΥΝΘ.… …   Dictionary of Greek

  • αίσιος — α, ο αυτός που δίνει ελπίδα για καλή έκβαση, ευνοϊκός: Αίσιο και ευτυχές το νέο έτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀίσιος — ᾆσις singing fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσιώτερον — αἴσιος auspicious adverbial comp αἴσιος auspicious masc acc comp sg αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc comp sg αἴσιος auspicious masc acc comp sg αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc comp sg αἴσιος auspicious adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσιώτατα — αἴσιος auspicious adverbial superl αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc superl pl αἴσιος auspicious adverbial superl αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσιώτατον — αἴσιος auspicious masc acc superl sg αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc superl sg αἴσιος auspicious masc acc superl sg αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσίως — αἴσιος auspicious adverbial αἴσιος auspicious masc acc pl (doric) αἴσιος auspicious adverbial αἴσιος auspicious masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴσιον — αἴσιος auspicious masc acc sg αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc sg αἴσιος auspicious masc/fem acc sg αἴσιος auspicious neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσίων — αἴσιος auspicious fem gen pl αἴσιος auspicious masc/neut gen pl αἴσιος auspicious masc/fem/neut gen pl αἶσις fem gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.